Πρόληψη, Διάγνωση, Θεραπεία

ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ – ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ

Ειδικός παθολόγος Παναγιώτης Μιστυλής
Ειδικευθείς στις λοιμώξεις
Πανεπιστημιακός υπότροφος - HIV Λοίμωξη
Μεταπτυχιακές σπουδές στον ανθρώπινο μεταβολισμό

ΝΕΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ

Περίπου το ένα τρίτο των ενηλίκων στις περισσότερες χώρες του ανεπτυγμένου και αναπτυσσόμενου κόσμου εμφανίζει υπέρταση. Η υπέρταση είναι η πιο συνηθισμένη χρόνια πάθηση που αντιμετωπίζεται από γιατρούς πρωτοβάθμιας περίθαλψης και άλλους επαγγελματίες υγείας.

Οι περισσότεροι ασθενείς με υπέρταση εμφανίζουν και άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως δυσλιπιδαιμία, σακχαρώδη διαβήτη, οικογενειακό ιστορικό πρώιμων καρδιαγγειακών επεισοδίων, παχυσαρκία και κάπνισμα.

Λιγότεροι από τους μισούς ασθενείς με υπέρταση εμφανίζουν επαρκώς ελεγχόμενη αρτηριακή πίεση.

ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ

Υπάρχει στενή σχέση μεταξύ των επιπέδων αρτηριακής πίεσης και του κινδύνου καρδιαγγειακών και εγκεφαλικών επεισοδίων, όπως και νεφροπάθειας.

Ο κίνδυνος των παθήσεων αυτών είναι μικρότερος όταν η αρτηριακή πίεση είναι περίπου 115/75 mm Hg.
Για τιμή ΑΠ μεγαλύτερης του 115/75 mm Hg, για κάθε αύξηση 20 mm Hg της Σ.Α.Π ή 10 mm Hg της Δ.Α.Π ο κίνδυνος καρδιαγγειακών και εγκεφαλικών επεισοδίων διπλασιάζεται.

Ο υψηλός επιπολασμός της υπέρτασης οφείλεται αφενός στην αυξημένη ηλικία του πληθυσμού μας και τον αυξανόμενο επιπολασμό της παχυσαρκίας, τόσο στον αναπτυσσόμενο όσο και στον ανεπτυγμένο κόσμο. Η υψηλή πρόσληψη αλατιού αποτελεί εξίσου σημαντικό παράγοντα.

Ο βασικός κίνδυνος συνδέεται με την αυξημένη Σ.Α.Π. Μετά την ηλικία των 50 ή 60 ετών, η Δ.Α.Π μπορεί να αρχίσει να μειώνεται, ωστόσο η Σ.Α.Π εξακολουθεί να αυξάνεται καθ’όλη τη διάρκεια της ζωής.

ΠΩΣ ΟΡΙΖΕΤΑΙ Η ΥΠΕΡΤΑΣΗ

Οι περισσότερες κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν τη διάγνωση της υπέρτασης όταν η Σ.Α.Π του ασθενούς είναι μεγαλύτερη ή ίση με 140 mm Hg ή η ΔΑΠ είναι μεγαλύτερη ή ίση με 90 mm Hg, ή και τα δύο σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις. Η ΣΑΠ είναι πολύ σημαντική και αποτελεί τη βάση για τη διάγνωση στην πλειονότητα των ασθενών.

• Οι τιμές αυτές ισχύουν για ενηλίκους άνω των 18 ετών, παρότι για ασθενείς 80 ετών και άνω η Σ.Α.Π έως 150 mm Hg είναι πλέον αποδεκτή.

• Ο θεραπευτικός στόχος της υπέρτασης είναι να μειώσει την αρτηριακή πίεση σε επίπεδα κάτω από τις τιμές που χρησιμοποιούνται για την τεκμηρίωση της διάγνωσης.

• Οι ορισμοί αυτοί στηρίζονται στα αποτελέσματα μεγάλων κλινικών μελετών που καταδεικνύουν τα οφέλη της θεραπείας ασθενών με αυτά τα επίπεδα αρτηριακής πίεσης. Παρότι η αρτηριακή πίεση σε επίπεδο 115/75 mm Hg είναι ιδανική, δεν υπάρχουν ενδείξεις που να δικαιολογούν την θεραπεία της υπέρτασης σε τόσο χαμηλό επίπεδο.

• Δεν διαθέτουμε επαρκείς πληροφορίες για νεότερους ενήλικες (18-55 ετών) ώστε να γνωρίζουμε εάν επωφελούνται από τον καθορισμό της υπέρτασης σε επίπεδο μικρότερο από 140/90 mm Hg (π.χ. 130/80 mm Hg). Έτσι, οι κατευθυντήριες οδηγίες τείνουν να υιοθετούν την τιμή 140/90 mm Hg για όλους τους ενήλικες (έως 80 ετών). Ο στόχος χαμηλότερης αρτηριακής πίεσης μπορεί να αξιολογηθεί για νέους ενήλικες, με την προϋπόθεση ότι η θεραπεία είναι καλά ανεκτή.

• Ορισμένες πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες προτείνουν διαγνωστικές τιμές 130/80 mm Hg για ασθενείς με διαβήτη ή χρόνια νεφροπάθεια. Ωστόσο, τα κλινικά οφέλη αυτού του χαμηλότερου στόχου δεν έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς.

ΟΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΗΣ Α.Π



ΣΥΣΤΟΛΙΚΗ
ΔΙΑΣΤΟΛΙΚΗ



ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ
< 120mm Hg
< 80 mm Hg
ΠΡΟΥΠΕΡΤΑΣΗ
120-139 mm Hg
80-89 mm Hg
ΥΠΕΡΤΑΣΗ ΣΤΑΔΙΟΥ I
140-159 mm Hg
90-99 mm Hg
ΥΠΕΡΤΑΣΗ ΣΤΑΔΙΟΥ II
> 160  mm Hg
> 100  mm Hg

ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ

Ιδιοπαθής υπέρταση

Περίπου το 95% των ενηλίκων με υψηλή αρτηριακή πίεση εμφανίζουν ιδιοπαθή υπέρταση. Τα αίτια της ιδιοπαθούς υπέρτασης δεν είναι γνωστά, παρότι αναφέρονται γενετικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες που επηρεάζουν την αρτηριακή πίεση.

Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες περιλαμβάνουν την υπερβολική πρόσληψη αλατιού, την παχυσαρκία και ενδεχομένως την καθιστική ζωή.

Ορισμένοι γενετικοί παράγοντες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν υψηλή δραστηριότητα του συστήματος ρενίνης- αγγειοτενσίνης - αλδοστερόνης και του συμπαθητικού νευρικού συστήματος, καθώς και την ευαισθησία στην επίδραση διαιτητικού άλατος στην αρτηριακή πίεση.

Μία άλλη συνήθης αιτία της υπέρτασης είναι η αγγειακή σκληρία, η οποία προκαλεί τη μεμονωμένη συστολική υπέρταση και απαντάται κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς.

Δευτεροπαθής υπέρταση

Η δευτεροπαθής υπέρταση αφορά σχεδόν το 5% του συνόλου του περιστατικών υπέρτασης, όπου η αιτία της υψηλής αρτηριακής πίεσης μπορεί να εντοπιστεί και μερικές φορές να θεραπευθεί.

Οι κύριοι τύποι δευτεροπαθούς υπέρτασης είναι η χρόνια νεφροπάθεια, η πολυκυστική νόσος των νεφρών, η στένωση της νεφρικής αρτηρίας, ο υπεραλδοστερονισμός, το φαιοχρωμοκύττωμα, νόσοι θυρεοειδούς και η υπνική άπνοια.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ

Η αρτηριακή πίεση μπορεί να μετρηθεί είτε με ένα κλασσικό πιεσόμετρο με τη χρήση στηθοσκοπίου είτε με τη βοήθεια μίας αυτόματης ηλεκτρονικής συσκευής. Η ηλεκτρονική συσκευή -εάν είναι διαθέσιμη- είναι προτιμότερη διότι παρέχει περισσότερο αναπαραγώγιμα αποτελέσματα σε σχέση με την παραδοσιακή μέθοδο.

Τα πιεσόμετρα που εφαρμόζουν στο δάχτυλο ή τον καρπό είναι συχνά ανακριβή και δε θα πρέπει να χρησιμοποιούνται. Είναι σημαντικό να βεβαιωθείτε ότι χρησιμοποιείτε το σωστό μέγεθος περιχειρίδος.

Στην αρχική αξιολόγηση, η αρτηριακή πίεση πρέπει να μετρηθεί και στα δύο άκρα. Εάν οι μετρήσεις είναι διαφορετικές, τότε το άκρο με την υψηλότερη τιμή θα πρέπει να χρησιμοποιείται στο εξής για τις μετρήσεις.

Η αρτηριακή πίεση πρέπει να μετριέται αφού οι ασθενείς έχουν ουρήσει. Οι ασθενείς πρέπει να είναι καθιστοί με την πλάτη τους υποστηριζόμενη και τα πόδια τους να ακουμπούν στο έδαφος και να είναι στην ίδια θέση για 5 λεπτά.
Το χέρι του ασθενούς που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση θα πρέπει να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με την καρδιά και να είναι άνετα ακουμπισμένο στο τραπέζι.

Είναι προτιμότερο να γίνονται 2 μετρήσεις, με 1-2 λεπτά διαφορά, και να χρησιμοποιείται ο μέσο: όρος των μετρήσεων αυτών.
Επίσης, είναι χρήσιμο να μετράται και η αρτηριακή πίεση σε όρθια θέση (συνήθως μετά από 1 και ύστερα μετά από 3 λεπτά) ιδίως σε ηλικιωμένους και διαβητικούς ασθενείς.

Σε γενικές γραμμές, η διάγνωση της υπέρτασης πρέπει να επιβεβαιώνεται και από μία πρόσθετη επίσκεψη, συνήθως 1-4 εβδομάδες μετά την πρώτη επίσκεψη. Και στις δύο περιπτώσεις, η Σ.Α.Π πρέπει να είναι μεγαλύτερη ή ίση με 140 mm Hg ή η Δ.Α.Π πρέπει να είναι μεγαλύτερη ή ίση με 90 mm Hg ή και τα δύο προ κειμένου να γίνει η διάγνωση της υπέρτασης.
Εάν η αρτηριακή πίεση είναι πολύ υψηλή (π.χ. η Σ.Α.Π μεγαλύτερη ή ίση με 180 mm Hg), η διάγνωση και-ανάλογα με την περίπτωση- η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει άμεσα.

Για τους γιατρούς και το προσωπικό που δεν είναι εξειδικευμένοι στην μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, είναι απαραίτητο να πραγματοποιείται κατάλληλη εκπαίδευση για την εκτέλεση αυτής της πολύ σημαντικής τεχνικής. Η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης στο σπίτι μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

Συχνά, η αρτηριακή υπέρταση αποτελεί έναν μόνο από τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου που απαιτούν προσοχή. Η αρχική αξιολόγηση του ασθενούς με υπέρταση απαιτεί μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, το ιατρικό ιστορικό συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού ιστορικού, τη φυσική εξέταση, εργαστηριακές εξετάσεις και διάφορα περαιτέρω διαγνωστικά τεστ.

Ιστορικό

Ύπαρξη παλαιότερων καρδιαγγειακών επεισοδίων, διότι συχνά υποδηλώνουν σημαντικές πιθανότητες μελλοντικών επεισοδίων που ενδέχεται να επηρεάσουν την επιλογή της φαρμακευτικής αγωγής για τη θεραπεία της υπέρτασης και θα χρειαστούν πιο επιθετική φαρμακευτική αγωγή για όλους τους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Επιπλέον, εξίσου σημαντική είναι η πληροφορία αν υπάρχει παλαιότερη διάγνωση υπέρτασης και σε αυτή την περίπτωση πώς αντέδρασε ο οργανισμός τους στη φαρμακευτική αγωγή που έλαβαν.

Ατομικό Αναμνηστικό

Αγγειακά εγκεφαλικά ή παροδικά ισχαιμικά επεισόδια ή άνοια. Γιατί είναι σημαντικά αυτά τα στοιχεία; Για ασθενείς με αυτά τα επεισόδια στο παρελθόν, μπορεί να είναι απαραίτητο να συμπεριληφθούν συγκεκριμένα φάρμακα στην αγωγή τους, για παράδειγμα αναστολείς των υποδοχέων αγγείοτενσίνης ή αναστολείς του μετατρεπτικού ένζυμου αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου και διουρητικά, καθώς και υπολιπιδαιμικά φάρμακα (στατίνες) αλλά και αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα.

Η στεφανιαία νόσος, συμπεριλαμβανομένου εμφράγματος του μυοκαρδίου, στηθάγχης και επέμβασης επαναγγείωσης. Γιατί είναι σημαντικά αυτά τα στοιχεία; Κάποια φάρμακα είναι προτιμότερα από άλλα, για παράδειγμα β αποκλειστές, αναστολείς του μετατρεπτικού ένζυμου αγγειοτενσίνης, στατίνες και αντιαιμοπεταλειακοί παράγοντες (ασπιρίνη).

Καρδιακή ανεπάρκεια ή συμπτώματα που υποδηλώνουν δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας. Γιατί είναι σημαντικά αυτά τα στοιχεία: Ορισμένα φάρμακα είναι προτιμότερα από άλλα, συμπεριλαμβάνοντας αναστολείς υποδοχέων αγγειοτενσίνης ή αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης, β αποκλειστές, διουρητικά και σπιρονολακτόνη.

Χρόνια νεφροπάθεια. Γιατί είναι σημαντικά αυτά τα στοιχεία; Ορισμένα φάρμακα είναι προτιμότερα, όπως για παράδειγμα αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου αγγειοτενσίνης ή αναστολείς υποδοχέων αγγειοτενσίνης (παρότι οι δύο αυτές κατηγορίες φαρμάκων δεν πρέπει να χορηγούνται συνδυαστικά), στατίνες και διουρητικά (μπορεί να χρειαστεί να χορηγηθούν διουρητικά αγκύλης εάν το εκτιμώμενο ποσοστό σπειραματικής διήθησης είναι κάτω από 30 ml/min/1.73") και ο θεραπευτικός στόχος της αρτηριακής πίεσης μπορεί να είναι χαμηλότερος (130. 80 mm HG) εάν υπάρχει λευκωματουρία. Σημείωση: σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική νόσο, η χρήση ορισμένων φαρμάκων απαιτεί συχνά την εμπειρία ενός νεφρολόγου.

Περιφερειακή αρτηριακή νόσος. Γιατί είναι σημαντικό αυτό το στοιχείο: Αυτό το εύρημα υποδηλώνει προχωρημένη αρτηριακή νόσο που μπορεί να υπάρχει και στην στεφανιαία ή εγκεφαλική κυκλοφορία. Η διακοπή του καπνίσματος είναι ζωτικής σημασίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, πρέπει να χρησιμοποιούνται αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα.

Σακχαρώδης διαβήτης. Γιατί είναι σημαντικό αυτό το στοιχείο; Η κατάσταση αυτή σχετίζεται συχνά με την υπέρταση και αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων. Ορισμένα φάρμακα όπως αναστολείς των υποδοχέων της αγγειοτασίνης και αναστολείς του μετατρεπτικού ένζυμου αγγειοτενσίνης πρέπει να χορηγούνται, ιδίως εάν υπάρχουν ενδείξεις λευκωματουρίας ή χρόνιας νεφροπάθειας.

Υπνική άπνοια. Γιατί είναι σημαντικό αυτό το στοιχείο; Συχνά απαιτείται ειδική θεραπεία για αυτούς τους ασθενείς.

Ενημερωθείτε για άλλους παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου. Γιατί είναι σημαντικό; Αυτοί οι παράγοντες ενδέχεται να επηρεάσουν τις τιμές της αρτηριακής πίεσης και την επιλογή θεραπείας για την υπέρταση. Έτσι, το να γνωρίζουμε για την ηλικία, τη δυσλιπιδαιμία, τη μικρολευκωματινουρία, την ουρική αρθρίτιδα ή το οικογενειακό ιστορικό για υπέρταση και διαβήτη είναι πολύτιμα. Τα κάπνισμα αποτελεί παράγοντα κινδύνου ο οποίος πρέπει να αναφέρεται, ώστε να δοθούν συμβουλές για την διακοπή αυτής της επικίνδυνης συνήθειας.

Ενημερωθείτε για συγxορηγούμενα φάρμακα. Φάρμακα που λαμβάνονται συχνά (για ενδείξεις που δε σχετίζονται με τη θεραπεία για την υπέρταση) είναι πιθανό να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση και επομένως πρέπει να διακοπούν εάν είναι εφικτό. Στα φάρμακα αυτά συμπεριλαμβάνονται μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα αντισυλληπτικά, γλυκόριζα, καρβενοξολόνη, αγγειοσυσταλτικές ρινικές σταγόνες, η κοκαΐνη, οι αμφεταμίνες, η ερυθροποιητίνη, η κυκλοσπορίνη, γλυκό- και μεταλοκορτικοστεροειδή.

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Στην πρώτη επίσκεψη, είναι σημαντικό να πραγματοποιηθεί πλήρης αντικειμενική εξέταση.

  • Μέτρηση αρτηριακής πίεσης.
  • Καταγραφή του βάρους και ύψους του ασθενούς και υπολογισμός του δείκτη μάζας σώματος. Γιατί είναι σημαντικό αυτό το στοιχείο; Αυτό το στοιχείο βοηθά στον ορισμό στόχων για απώλεια βάρους και το αν ο ασθενής είναι παχύσαρκος ή όχι θα επηρεάσει την επιλογή της θεραπείας για την υπέρταση. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κίνδυνος καρδιαγγειακών επεισοδίων, συμπεριλαμβανομένου εγκεφαλικού επεισοδίου, μπορεί παραδόξως να είναι μεγαλύτερος σε αδύνατους υπερτασικούς ασθενείς παρά σε παχύσαρκους ασθενείς.
  • Περιφέρεια μέσης. Γιατί είναι σημαντικό αυτό το στοιχείο; Ανεξάρτητα από το βάρος, το στοιχείο αυτό βοηθά να προσδιορίσουμε εάν ο ασθενής παρουσιάζει μεταβολικό σύνδρομο ή κινδυνεύει να εκδηλώσει διαβήτη τύπου 2. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος όταν η ένδειξη είναι μεγαλύτερη από 102 cm για τους άνδρες και μεγαλύτερη από 88 cm για τις γυναίκες.
  • Ενδείξεις καρδιακής ανεπάρκειας. Γιατί είναι σημαντικά αυτά τα στοιχεία; Αυτή η διάγνωση επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την επιλογή θεραπείας για την υπέρταση.
  • Νευρολογική εξέταση. Γιατί είναι σημαντική; Μπορεί να εντοπίσει ευρήματα προγενέστερου εγκεφαλικού επεισοδίου και να επηρεάσει την επιλογή της θεραπείας για την υπέρταση.
  • Οφθαλμοί: εάν είναι δυνατόν, πρέπει να ελεγχθεί ο βυθός για υπερτασικές ή διαβητικές διαταραχές, καθώς και η περιοχή γύρω από τα μάτια για ευρήματα όπως ξανθώματα.
  • Σφύξεις: Είναι σημαντικό να ελεγχθούν οι περιφερικές σφύξεις. Εάν είναι χαμηλές ή δεν υπάρχουν, αυτό μπορεί να υποδεικνύει περιφερική αρτηριοπάθεια.
  • Εξέταση αίματος. Το δείγμα θα πρέπει να ληφθεί κατά προτίμηση μετά από 12ωρη νηστεία.
  • Ηλεκτρολύτες (κάλιο / νάτριο). Γιατί είναι σημαντικοί; Εδώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο κάλιο: τα υψηλά επίπεδα μπορεί να υποδηλώνουν νεφροπάθεια, ιδίως εάν η κρεατινίνη είναι αυξημένη. Και τα χαμηλά επίπεδα μπορεί να υποδηλώνουν υπεραλόοστερονισμό.
  • Γλυκόζη. Γιατί είναι σημαντική; Εάν είναι αυξημένη, μπορεί να είναι ενδεικτικό διαταραγμένης ανοχής στη γλυκόζη ή, εάν είναι ιδιαίτερα αυξημένη, μπορεί να υποδηλώνει διαβήτη. Εάν είναι εφικτό. Θα πρέπει να μετράται η αιμοσφαιρίνη Λ10.
  • Κρεατινίνη και ουρία αίματος (εκτίμηση (>ΡΚ). Γιατί είναι σημαντικά; Τα αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης υποδηλώνουν συνήθως νεφρική νόσο.
  • Λιπίδια. Γιατί είναι σημαντικά; Τα υψηλά επίπεδα ΕΟΕ χοληστερόλης ή οι χαμηλές τιμές HDL σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων. Τα υψηλά επίπεδα LDL χοληστερόλης μπορούν να θεραπευτούν συνήθως με στατίνες.
  • Αιμοσφαιρίνη/αιματοκρίτης. Γιατί είναι σημαντικά; Οι μετρήσεις αυτές μπορούν να διαγνώσουν παθήσεις που σχετίζονται με την υπέρταση (αναιμία χρόνιας νεφρικής νόσου).
  • Τρανσαμινάσες. Γιατί είναι σημαντικές; Ορισμένα αντιυπερτασικά φάρμακα επηρεάζουν την ηπατική λειτουργία. Επιπλέον, τα παχύσαρκα άτομα είναι πιθανό να παρουσιάζουν ηπατικές διαταραχές που πρέπει να εντοπιστούν και να ληφθούν υπόψη στη συνολική αντιμετώπιση του ασθενούς.

Γενική ούρων

  • Λευκωματουρία. Γιατί είναι σημαντική; Εάν υπάρχει, μπορεί να είναι δείγμα νεφροπάθειας και να σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων.

  • Ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια. Γιατί είναι σημαντικά; Θετικές ενδείξεις μπορεί να υποδηλώνουν λοιμώξεις του ουροποιητικού, νεφροπάθειες (παρεγχυματική νεφρική νόσος λόγω κατάχρησης αναλγητικών) ή άλλες πιθανές σοβαρές παθήσεις του ουροποιητικού συστήματος (όγκοι).

  • Ηλεκτροκαρδιογράφημα.
Γιατί είναι σημαντικό; Το ηλεκτροκαρδιογράφημα 12 απαγωγών μπορεί να συμβάλει στον εντοπισμό προγενέστερου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας (η οποία υποδηλώνει βλάβη οργάνου στόχου και καταδεικνύει την ανάγκη καλού ελέγχου της αρτηριακής πίεσης). Το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί ακόμη να εντοπίσει καρδιακές αρρυθμίες όπως η κολπική μαρμαρυγή (η οποία υπαγορεύει τη λήψη ορισμένων φαρμάκων) ή παθήσεις όπως ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός (ο οποίος απαγορεύει τη λήψη ορισμένων φαρμάκων). Το υπερηχοκαρδιογράφημα, εάν διατίθεται, μπορεί να είναι εξίσου χρήσιμο στην αξιολόγηση της αναδιαμόρφωσης της αριστερής κοιλίας κι στην αξιολόγηση της διαστολικής λειτουργίας

ΣΥΝΟΛΙΚΟΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ

Στόχος της θεραπείας είναι η αντιμετώπιση της υπέρτασης και η αντιμετώπιση όλων των αναγνωρισμένων παραγόντων κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο, συμπεριλαμβανομένων λιπιδαιμικών διαταραχών, δυσανεξίας στη γλυκόζη ή διαβήτη, παχυσαρκίας και καπνίσματος.

Για την υπέρταση, ο θεραπευτικός στόχος για την Σ.Α.Π είναι <140 mm Hg και για την Δ.Α.Π <90 mm Hg. Στο παρελθόν, οι κατευθυντήριες οδηγίες πρότειναν τιμές <130/80 mm Hg για ασθενείς με διαβήτη, χρόνια νεφροπάθεια και στεφανιαία νόσο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτές τις χαμηλότερες τιμές, επομένως ο στόχος <140/ mm Hg Θα πρέπει να υιοθετείται σε γενικές γραμμές, παρότι αρκετοί ειδικοί προτείνουν πίεση στόχο <130/80 mm Hg εάν υπάρχει λευκωματουρία σε ασθενείς με χρόνια νεφροπάθεια.

Πρόσφατες μελέτες αναφέρουν ότι σε ασθενείς 80 ετών και άνω. η επίτευξη Σ.Α.Π <150 mm Hg συνδέεται με σημαντική πρόληψη από καρδιαγγειακά και εγκεφαλικά επεισόδια και επομένως τίθεται πλέον ο στόχος μίας τιμής <150/90 mm Hg για ασθενείς που ανήκουν σε αυτή την ομάδα.

Είναι σημαντικό να ενημερώνονται οι ασθενείς ότι η αντιυπερτασική αγωγή απαιτείται δια βίου

ΜΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Ορισμένες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής έχουν δείξει ότι μειώνουν την αρτηριακή πίεση. Εκτός από την συνεισφορά τους στη θεραπεία της υπέρτασης, οι στρατηγικές αυτές είναι επωφελείς και για την αντιμετώπιση των περισσοτέρων καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου. Προτείνεται απώλεια βάρους, μείωση της πρόσληψης αλατιού, άσκηση (αερόβια προπόνηση αντοχής), μείωση κατανάλωσης αλκοόλ και διακοπή καπνίσματος.

ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

Έναρξη της θεραπείας. Η θεραπεία με φάρμακα πρέπει να επιλέγεται για ασθενείς με αρτηριακή πίεση >140/90 mm Hg, στους οποίους οι αλλαγές στον τρόπο ζωής δεν υπήρξαν αποδοτικές.

Σε υπερτασικούς ασθενείς σταδίου II (αρτηριακή πίεση μεγαλύτερη ή ίση με 160/100 mm Hg), η φαρμακευτική αγωγή πρέπει να ξεκινά αμέσως μετά τη διάγνωση, συνήθως με συνδυασμό δύο φαρμάκων, χωρίς να περιμένουμε να δούμε τα αποτελέσματα των αλλαγών στον τρόπο ζωής του ασθενούς.

Για ασθενείς άνω των 80 ετών, το προτεινόμενο όριο για έναρξη της θεραπείας είναι μία τιμή μεγαλύτερη ή ίση από 150/ 90 mm Hg.

Οι περισσότεροι ασθενείς χρειάζονται περισσότερα από ένα φάρμακα για να επιτύχουν έλεγχο της αρτηριακής τους πίεσης.
Σε γενικές γραμμές, πραγματοποιείται αύξηση της δοσολογίας των φαρμάκων κάθε 2-3 εβδομάδες ανάλογα με την κρίση του γιατρού. Οι περισσότεροι ασθενείς αναμένεται να ρυθμίσουν την αρτηριακή πίεση σε 6-8 εβδομάδες.